Πολιτική της Μιανμάρ
Η γαλλική κυβέρνηση πάντως, μέσω του υπουργού εξωτερικών, καλύπτει πλήρως την Total. Από το 1974 έως και το 1988 η Μιανμάρ κυβερνήθηκε από το Κόμμα Σοσιαλιστικού Προγράμματος της Μπούρμα αφού συντάχθηκε νέο σύνταγμα και η χώρα μετονομάστηκε σε «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ενωσης της Βιρμανίας».Το 1981 με νόμο απαγορεύθηκε στις μειονότητες να λαμβάνουν δημόσια αξιώματα ενώ με συνεχείς επιδρομές ο στρατός συνέβαλε στη διαρκή εξαθλίωσή τους αναγκάζοντάς πολλούς από αυτούς να εγκαταλείψουν την χώρα. Νικήτρια ήταν η βραβευμένη με το Νόμπελ ειρήνης Αούνγκ Σαν Σου Κι, αλλά το SLORC αρνήθηκε να παραδόσει την εξουσία θέτοντας το κόμμα NLD αμέσως εκτός νόμου και συλλαμβάντας τα στελέχη του.
Την επόμενη μέρα επιβλήθηκε νυχτερινή απαγόρευση κυκλοφορίας μεταξύ 9 μ.μ. Το στρατιωτικό καθεστώς θορυβημένο από αυτή την εξέλιξη ανακάλεσε την 22η Μεραρχία απο το κρατίδιο της Καρέν για τη Ρανγκούν.
Απο το 1992 επικεφαλής του δικτατορικού καθεστώτος είναι ο στρατηγός Ταν Σουέ, αρχηγός του «Κρατικού Συμβουλίου Ειρήνης και Ανάπτυξης», όπως ονομάζεται η κυβέρνηση της χώρας. Στις 2 Μαρτίου του 1962 ο στρατηγός Νε Ουίν (Ne Win) κατέλυσε το δημοκρατικό πολίτευμα και εγκαθίδρυσε δικτατορία. Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κατηγόρησε το 2006 την κυβέρνηση των Σαν ότι χρηματοδοτείται μέσω της παραγωγής οπίου, κάτι που διαψεύστηκε από τους αντάρτες. Στις 10 Μαΐου του 2008 ξεκίνησε η διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την έγκριση νέου Συντάγματος.
Το 1976 υπολογίζεται ότι ήλεγχαν το 40% της χώρας αλλά γρήγορα η εξουσία του στρατού επιβλήθηκε και πάλι. Οι γενικές εκλογές πραγματοποιήθηκαν στις 27 Μαΐου του 1990 και ήταν οι πρώτες μετά απο αυτές του 1960. Τον επόμενο χρόνο, και συγκεκριμένα στις 18 Ιουνίου 1989, το Κρατικό Συμβούλιο Αποκατάστασης του Νόμου και της Τάξης μετονόμασε το κράτος σε Ένωση της Μιανμάρ καθώς και το όνομα της πρωτεύουσας απο Γιανγκόν σε Ρανγκούν.
Στις 27 Σεπτεμβρίου ο λαός διαδήλωσε για ακόμη μια φορά για να διαλυθεί αμέσως βίαια απο το στρατό, ο οποίος πυροβολούσε στα τυφλά. Η χώρα απέκτησε σοσιαλιστικό προσανατολισμό και όλες οι ξένες εταιρείες κρατικοποιήθηκαν.
Αμέσως όμως πραγματοποιήθηκε νέο στρατιωτικό πραξικόπημα από το στρατηγό Σο Μαούνγκ με αποτέλεσμα το Κρατικό Συμβούλιο Αποκατάστασης του Νόμου και της Τάξης (SLORCΓ) να αναλάβει την εξουσία. Στις 22 Σεπτεμβρίου χιλιάδες Βουδιστές κατέβηκαν στους δρόμους ενώ 500 απο αυτούς κατάφεραν υπο την επίβλεψη της αστυνομίας να πλησιάσουν στο σπίτι της βραβευμένης με το Νόμπελ ειρήνης Αούνγκ Σαν Σου Κι, η οποία βρίσκεται για πάνω απο τον Μάϊο του 2003 σε κατ οίκον περιορισμό.
Οι αστυνομικοί και οι στρατιώτες ξυλοκόπησαν άγρια τους διαδηλωτές ενώ ακολούθησαν και αρκετές συλλήψεις. Παράλληλα τμήματα στρατού παρατάχθηκαν σε όλη την πόλη. Παρ ολες τις προειδοποιήσεις ο λαός ξανακατέβηκε στους δρόμους.
To 2003 ανακοίνωσαν έναν χάρτη επτά σημείων για να τερματιστεί το στρατιωτικό καθεστώς, χωρίς όμως να δώσουν κάποιο συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Στις 6 Νοεμβρίου 2005 η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην νεόκτιστη πόλη Νάι Πι Τάου (Naypyidaw) που σημαίνει Πόλη των Βασιλιάδων . Η στάση των δικτατορικών κυβερνήσεων απέναντι στις μειονότητες που αποτελούν το 40% του συνολικού πληθυσμού ήταν πάντα εχθρική.
Αντι αυτού συνέλλαβε τα περισσότερα μέλη του NLD ενώ μερικά άλλα κατάφεραν να διαφύγουν στο εξωτερικό. Έντονη κριτική έγινε και απο την Ιαπωνική κυβέρνηση η οποία ζήτησε εξηγήσεις για τον θάνατο του Ιάπωνα δημοσιογράφου Κέντζι Ναγκάι ζητώντας παράλληλα την διενέργεια ανακρίσεων για το συμβάν.
Επίσης εξελέγη και συντακτική συνέλευση για την εκπόνηση συντάγμτος χωρίς νομοθετική εξουσία, η οποία όμως δεν λειτούργησε λόγω απαγόρευσης απο το στρατιωτικό καθεστώς. Οι ταραχές που ακολούθησαν, και που προκλήθηκαν κυρίως από φοιτητές, ήταν οι μεγαλύτερες στην ιστορία της χώρας, διήρκεσαν έξι εβδομάδες και υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια αυτών σκοτώθηκαν τρείς χιλιάδες πολίτες.
Τον Ιούλιο του 1997 η Μιανμάρ εντάχθηκε στην ASEAN. ενώ η πόλη Ρανγκούν τέθηκε υπο άμεσο στρατιωτικό έλεγχο.
Επίσης συνελλήφθησαν χιλιάδες άτομα τα οποία μέχρι και σήμερα κρατούνται στις φυλακές. Το 92,4% των ψηφοφόρων ενέκρινε το Σύνταγμα με ποσοστό συμμετοχής 98,12%. Σημείωση: Τα στοιχεία προέρχονται από 278 δήμους (επί συνόλου 325) στους οποίους διεξήχθη το δημοψήφισμα στις 10 Μαΐου του 2008. Το στρατιωτικό καθεστώς της Μιανμάρ διατηρεί πολύ καλές σχέσεις, ειδικά σε επίπεδο οικονομικών συμφωνιών, με τη Ρωσία, την Ταϊλάνδη, την Ινδία και την Κίνα.
Επίσης η Μιανμάρ είναι μια απο τις 14 χώρες παγκοσμίως που περιορίζουν την πρόσβαση των πολιτών στο διαδίκτυο σε ότι έχει σχέση με πληροφορίες και ειδήσεις που αφορούν την Μιανμάρ. Η Κυβέρνηση συνεχίζει να καταπιέζει τις μειονότητες γι αυτό εδώ και χρόνια έχουν οργανωθεί ένοπλες ομάδες ανταρτών με κυριότερη αυτή των Σαν (Shan State Army - SSA) που διαθέτει περίπου 15.000 στρατιώτες. Ο στρατηγός Κιάου Χσαν, υπουργός πληροφοριών, τον Μάρτιο του 2008 κατηγόρησε τον Γκαμάρι, τον ειδικό απεσταλμένο του ΟΗΕ, για μεροληψία ενώ φαίνεται να του είπε ότι έχει ξεφύγει από το ρόλο του μεσολαβητή.
Η 22η Μεραρχία είχε χρησιμοποιηθεί για να καταστείλει και τις λαϊκές εξεγέρσεις του 1988 γι αυτό και η κίνηση αυτή προκάλεσε αίσθηση προοικονομώντας τις προθέσεις της στρατιωτικής κυβέρνησης. Αυτοί απάντησαν με ρίξη δακρυγώνων και με ξυλοδαρμό Βουδιστών.
Σε μια προσπάθεια να παγιώσει την δύναμή του, ο στρατηγός Γουίν και όλο το συμβούλιο παραιτήθηκε αναλαμβάνοντας πολιτικές θέσεις και θεσπίζοντας παράλληλα μονοκομματικό σύστημα. Ο ΟΗΕ απέστειλε σχεδόν αμέσως τον ειδικό απεσταλμένο Ιμπραήμ Γκαμπάρ, εξέφρασε όμως την θλίψη του για τα αιματηρά γεγονότα μόλις τον Οκτώβριο. Από το 1988 η χώρα τελεί υπό στρατιωτικό νόμο ενώ ισχύει και ειδική νομοθεσία που απαγορεύει τις συγκεντρώσεις άνω των πέντε ατόμων.
Από το 1962 έως το 1974 κυβερνήθηκε από το επαναστατικό Συμβούλιο με επικεφαλής το στρατηγό Νε Ουίν. Αν και η διεθνής κοινότητα με μηνύματα ζήτησε ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση απο το δικτατορικό καθεστώς αυτό δεν φάνηκε να τα έλαβε υπόψιν του.
Η Αντιπολίτευση αμφισβήτησε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Στις 29 Μαΐου του 2008 η χούντα ανακοίνωσε ότι το Σύνταγμα εγκρίθηκε (έπειτα και από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος στις πληγείσες από τον κυκλώνα περιοχές) και θα τεθεί σε ισχύ σε δύο χρόνια. Η Μιανμάρ κυβερνάται απο ένα βάναυσο στρατιωτικό καθεστώς.
και στον Καναδά σε όλους τους αξιωματούχους της κυβέρνησης. . Για την κατασκευή μάλιστα του αγωγού του κοιτάσματος πετρελαίου Γιεταγκάν εκτοπίστηκαν βίαια απο την περιοχή ολόκληρα χωριά.
και 5 π.μ. Επίσης ο στρατός προχώρησε σε εκατοντάδες συλλήψεις Βουδιστών μοναχών αλλά και σε εφόδους σε μοναστήρια, τα οποία και κατέλαβε.
Στις 8 Αυγούστου του ίδιου χρόνου ο λαός εξαθλιωμένος καθώς ήταν ξεσηκώθηκε εναντίον της κυβέρνησης. Τον Φεβρουάριο του 2007 το στρατιωτικό καθεστώς ανακοίνωσε την διενέργεια δημοψηφίσματος για το νέο σύνταγμα καθώς και εκλογών για το 2010.
Στις 26 Σεπτεμβρίου και ενώ ο λαός διαδήλωνε, ένα τμήμα διαδηλωτών προσπάθησε να σπάσει τον κλοιό των αστυνομικών. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου οι διαδηλώσεις κορυφώθηκαν λόγω των οικονομικών μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησης που αφορούσαν την απόφαση της στρατιωτικής κυβέρνησης να αποσύρει την επιδότηση στα καύσιμα με αποτέλεσμα την εκτίναξη των τιμών αλλά και λόγω των ξυλοδαρμών τριών βουδιστών μοναχών απο την αστυνομία.
Χαρακτηριστικό είναι οτι τον Μάϊο του 2007 Ρωσία και Μιανμάρ υπέγραψαν συμφωνία για την κατασκευή κέντρου μελετών ατομικής ενέργειας ενώ τον ίδιο χρόνο η Ινδία επένδυσε 150 εκατομμύρια δολλάρια για έρευνες φυσικού αερίου. Το 1997 το SLORC μετονομάστηκε σε Κρατικό Συμβούλιο Ειρήνης και Ανάπτυξης (SPDC).
Κατά τη διάρκεια των αναταραχών ο Νε Ουίν παραιτήθηκε και ο Εθνικός σύνδεσμος για τη Δημοκρατία (NLD), η δημοκρατική αντιπολίτευση, ανέλαβε την διακυβέρνηση. Σε αυτές πρώτο αναδείχθηκε το κόμμα του Εθνικού Συνδέσμου για τη Δημοκρατία (NLD) με ηγέτιδα την Αούνγκ Σαν Σου Κι, το οποίο κέρδισε και την πλειοψηφία των εδρών της βουλής.
Για να εκτονωθεί η κρίση κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος. Συγκεκριμένα η γαλλική εταιρεία Total έχει τεράστιες επενδύσεις στη Μιανμάρ λόγω του φυσικού αερίου όπως και η αμερικανική Chevron.
Είναι χαρακτηριστικό οτι εκατοντάδες άνθρωποι αγνοούνται απο την μέρα των επεισοδίων. Η διεθνής κοινότητα είχε απευθύνει απο την αρχή έκκληση προς το στρατιωτικό καθεστώς της χώρας για ψυχραιμία και αυτοσυγκράτηση. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών αναγνώρισε μετά από λίγο καιρό το νέο όνομα. Το 1990 προκηρύχθηκαν εκλογές στις οποίες το καθεστώς ηττήθηκε.
Συγκεκριμένα ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Μπαν Γκι-Μουν ζήτησε αυτοσυγκράτηση, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζώρτζ Μπους απείλησε για νέες κυρώσεις ενώ ο Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί δήλωσε ότι δεν θα δεχτεί καταστολή των διαδηλώσεων στη Μιανμάρ. Μετά την βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Γκόρντον Μπράουν ζήτησε επείγουσα σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας ενώ η Ρωσία, η οποία διατηρεί στενές σχέσεις με το καθεστώς, έκανε λόγο για «εσωτερική υποθεση της Μιανμάρ». Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος ανακοινώθηκαν στις 15 Μαΐου και έδειξαν αποδοχή με περισσότερο από το 92% των ψηφισάντων για το νέο Σύνταγμα, ενώ η προσέλευση ήταν της τάξης του 99%.
Παρ ολα αυτά το Κρατικό Συμβούλιο Νόμου και Αποκατάστασης της Τάξης (SLORC) αρνήθηκε να παραδόσει την εξουσία, μη δεχόμενο τα αποτελέσματα. Την επομένη φοιτητές κατέβηκαν στους δρόμους χωρίς όμως αυτή τη φορά να έχουν τους Βουδιστές στο πλευρό τους αφού όλα σχεδόν τα μοναστήρια είχαν καταληφθεί απο τον στρατό. Κατα τη διάρκεια των συγκρούσεων υπολογίζεται οτι σκοτώθηκαν πάνω απο 30 πολίτες, μεταξύ των οποίων και ένας Ιάπωνας δημοσιογράφος.
Στις 18 Δεκεμβρίου του 1990 σχηματίστηκε κυβέρνηση απο τους αντιπροσώπους που εκλέχτηκαν με πρωθυπουργό τον Σέι Ουίν, α΄ ξάδερφο της Αούνγκ Σαν Σου Κι. Το πραξικόπημα πραγματοποιήθηκε αναίμακτα αλλά στιγματίστηκε από την στυγερή εν ψυχρώ δολοφονία του δεκαεπτάχρονου γιου του πρώην προέδρου Sao Shwe Thaik από στρατιώτη .
Η αντιπολίτευση όμως χαρακτήρισε όλα αυτά ως ανάξια λόγου από τη στιγμή που δεν ελευθέρωσαν την Αούνγκ Σαν Σου Κι, βραβευμένη με Νόμπελ ειρήνης και ηγέτιδα της αντιπολίτευσης, η οποία κρατείται για πάνω απο μια δεκαετία σε κατ οίκον περιορισμό. Το 1981 ο Νε Ουίν μεταβίβασε την εξουσία στον στρατηγό Σαν Γιου.
Επίσης πολλές υλοτομικές κινέζικες εταιρείες δραστηροποιούνται στην Μιανμάρ για πάνω απο μια δεκαετία με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται το φαινόμενο της αποψίλωσης των δασών. Οικονομικές σχέσεις, αν και επίσημα καταδικάζει το στρατιωτικό καθεστώς, διατηρεί και η Γαλλία. Δύο μέρες αργότερα τουλάχιστον 20.000 μοναχοί διαμαρτυρήθηκαν στους δρόμους της Ρανγκούν. Στις 24 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη διαδήλωση όλων των χρόνων στην ιστορία της Μιανμάρ όταν 100.000 πολίτες και Βουδιστές κατέβηκαν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν κατά των οικονομικών μέτρων της κυβέρνησης αλλά και για την φτώχεια που ταλανίζει την χώρα.
Αλλά και η Κίνα, η οποία έχει μεγάλες οικονομικές συναλλαγές με την κυβέρνηση της Μιανμάρ, κράτησε ήπια στάση επικρίνοντας μάλιστα την στάση των ξένων μέσων μαζικής ενημέρωσης κατηγορώντας οτι χειροτερεύουν την κατάσταση υπερβάλλοντας τα γεγονότα. Πολεμικό εξοπλισμό προμηθεύεται απο την Κίνα και την Ρωσία ενώ στην Ταϊλάνδη πουλάει φυσικό αέριο και πετρέλαιο.
Η στάση αυτή της Γαλλίας είναι που εμποδίζει και την λήψη ουσιαστικών κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης εναντίον της Μιανμάρ. Τον Νοέμβριο του 2007, με αφορμή τις λαϊκές εξεγέρσεις, η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Καναδάς, αποφάσισαν να επιβληθεί εμπάργκο σε 1207 εταιρίες της χώρας ενώ απαγόρευσαν την είσοδο στην Ε.Ε. Παρά την καταστροφή του κυκλώνα Ναργκίς, το δημοψήφισμα διεξήχθη κανονικά με εξαίρεση ορισμένες περιοχές που επλήγησαν από τη φυσική καταστροφή, όπου αναβλήθηκε η ψηφοφορία για τις 24 Μαΐου.
Το 1988 ονομάστηκε πάλι σε «Ένωση της Βιρμανίας». Η έδρα της κυβέρνησης βρίσκεται στο Rockville του Μαριλαντ στις ΗΠΑ. Τον Αύγουστο του 2007 με αφορμή την συμπλήρωση 19 χρόνων απο την άγρια καταστολή των λαϊκών συγκεντρώσεων οι Βουδιστές μοναχοί, άτομα ιερά στην Μιανμάρ, οργάνωσαν διαδηλώσεις σε μεγάλες πόλεις της χώρας διαμαρτυρόμενοι για το ανελεύθερο καθεστώς.
